λογοπαίγνιο
•
- παιχνίδι με τις λέξεις, συνήθως με τις πολύσημες ή τα ομώνυμα Βικιλεξικό
- Π.χ. - Η γιαγιά μετά το θάνατο του παππού ζει μόνη. - Και τι την έπιασε και ζυμώνει;
- τα περισσότερα λογοπαίγνια είναι δυστυχώς αδύνατον να μεταφραστούν με επιτυχία σε άλλη γλώσσα
Ετυμολογία
λογοπαίγνιο < λογο- + παίγνιον, (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική jeu de mots) :: (από το 1856)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοπαίγνιο | λογοπαίγνια |
| Γενική | λογοπαίγνιου / λογοπαιγνίου | λογοπαίγνιων / λογοπαιγνίων |
| Αιτιατική | λογοπαίγνιο | λογοπαίγνια |
| Κλητική | λογοπαίγνιο | λογοπαίγνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →