λυτός
•
- που έχει λυθεί Βικιλεξικό
- ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, 1959, Το Δοξαστικόν, στίχ. 81-84
Ετυμολογία
λυτός < αρχαία ελληνική λυτός < λύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυτός | λυτή | λυτό |
| Γενική | λυτού | λυτής | λυτού |
| Αιτιατική | λυτό | λυτή | λυτό |
| Κλητική | λυτέ | λυτή | λυτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυτοί | λυτές | λυτά |
| Γενική | λυτών | λυτών | λυτών |
| Αιτιατική | λυτούς | λυτές | λυτά |
| Κλητική | λυτοί | λυτές | λυτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →