μάγουλο
•
- ανατομίατο σχετικά πιο μαλακό τμήμα του προσώπου κάτω από τα μήλα και έως τα αφτιά, τη μύτη και το σαγόνι, το εξωτερικό μέρος του μυικού ιστού που περιβάλλει τα πλάγια τμήματα της στοματικής κοιλότητας Βικιλεξικό
- Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- μεταφορικάτα προεξέχοντα τμήματα διαφόρων αντικειμένων, που μοιάζουν με μάγουλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγουλο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μάγουλον < υστερολατινική magulum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγουλο | μάγουλα |
| Γενική | μάγουλου | μάγουλων |
| Αιτιατική | μάγουλο | μάγουλα |
| Κλητική | μάγουλο | μάγουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →