Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροδομάγουλος

/ɾo.ðoˈma.ɣu.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τα μάγουλά του ρόδινα, ελαφρά κόκκινα Βικιλεξικό
    • Η μία παχουλή, ροδομάγουλη, η άλλη απεναντίας εύθραυστη, λεπτοκόκαλη με πελώρια μάτια και μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 15)

Ετυμολογία

ροδομάγουλος < ρόδ(ο) + -ο- + μάγουλ(ο) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήροδομάγουλοςροδομάγουληροδομάγουλο
Γενικήροδομάγουλουροδομάγουληςροδομάγουλου
Αιτιατικήροδομάγουλοροδομάγουληροδομάγουλο
Κλητικήροδομάγουλεροδομάγουληροδομάγουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήροδομάγουλοιροδομάγουλεςροδομάγουλα
Γενικήροδομάγουλωνροδομάγουλωνροδομάγουλων
Αιτιατικήροδομάγουλουςροδομάγουλεςροδομάγουλα
Κλητικήροδομάγουλοιροδομάγουλεςροδομάγουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →