μέγιστος
•
- υπερθετικός βαθμός του μέγας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέγιστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέγιστος, υπερθετικός βαθμός του μέγας
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μέγιστος | μέγιστ'η / μέγιστη / μεγίστη | μέγιστο |
| Γενική | μέγιστου / μεγίστου | μέγιστης / μεγίστης | μέγιστου / μεγίστου |
| Αιτιατική | μέγιστο | μέγιστη / μεγίστη | μέγιστο |
| Κλητική | μέγιστε | μέγιστη / μεγίστη | μέγιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μέγιστοι | μέγιστες | μέγιστα |
| Γενική | μέγιστων / μεγίστων | μέγιστων / μεγίστων | μέγιστων / μεγίστων |
| Αιτιατική | μέγιστους / μεγίστους | μέγιστες | μέγιστα |
| Κλητική | μέγιστοι | μέγιστες | μέγιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →