Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μίσθιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου εργάζεται ή πραγματοποιείται λαμβάνοντας μισθό Βικιλεξικό
    • Μίσθια δουλειὰ, σωροὶ χαρτιῶν, ἔγνιες μικρὲς, καὶ λύπες ἄθλιες, μὲ περιμένανε σήμερα καθὼς πάντα.

Ετυμολογία

μίσθιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μίσθιος (που παίρνει μισθό) < αρχαία ελληνική μισθός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμίσθιοςμίσθιαμίσθιο
Γενικήμίσθιουμίσθιαςμίσθιου
Αιτιατικήμίσθιομίσθιαμίσθιο
Κλητικήμίσθιεμίσθιαμίσθιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμίσθιοιμίσθιεςμίσθια
Γενικήμίσθιωνμίσθιωνμίσθιων
Αιτιατικήμίσθιουςμίσθιεςμίσθια
Κλητικήμίσθιοιμίσθιεςμίσθια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →