μακαριά
•
- το φαγητό που σύμφωνα με το έθιμο προσφέρεται μετά την κηδεία από τους συγγενείς του μακαρίτη Βικιλεξικό
- Μετά την κηδεία, πήγαμε σε παρακείμενο μαγαζί για την κλασική μακαριά. (*)
- λαογραφίαψυχόπιτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μακαριά < καθαρεύουσα και μεσαιωνική ελληνική μακαρία, ουσιστικοποιημένο θηλυκό του μακάριος < αρχαία ελληνική μάκαρ (ο ευλογημένος, ο ευτυχής)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μακαριά | μακαριές |
| Γενική | μακαριάς | μακαριών |
| Αιτιατική | μακαριά | μακαριές |
| Κλητική | μακαριά | μακαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →