μακιγιάζ
•
- κοσμετολογίαη εφαρμογή διαφόρων υλικών καλλωπισμού στο πρόσωπο Βικιλεξικό
- ειδικότεραη παραπάνω διαδικασία για απόδοση των χαρακτηριστικών τού ρόλου που υποδύονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μακιγιάζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική maquillage < maquiller + -age < φραγκική *makjan / *makōn < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mag- (μαλάσσω, ανακατεύω κάνω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →