μαξιλάρι
•
- αντικείμενο γεμισμένο από μαλακό υλικό (π.χ. υαλοβάμβακα ή πούπουλα) και ντυμένο εξωτερικά με ύφασμα που στηρίζει το κεφάλι κατά τον ύπνο Βικιλεξικό
- γενικότεραοποιοδήποτε αντικείμενο με παρόμοια κατασκευή, π.χ. τα κινητά εξαρτήματα στους καναπέδες πάνω στα οποία καθόμαστε ή στηρίζουμε την πλάτη μας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που απορροφά κραδασμούς Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε στηρίζει κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαξιλάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαξιλάρι, (μαξιλάριν) / μαξιλ(λ)άριον < λατινική maxillaris (του σαγονιού) < maxilla (σαγόνι) < mala (σαγόνι, μάγουλο) < → και δείτε maxilla στο αγγλικό Βικιλεξικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαξιλάρι | μαξιλάρια |
| Γενική | μαξιλαριού | μαξιλαριών |
| Αιτιατική | μαξιλάρι | μαξιλάρια |
| Κλητική | μαξιλάρι | μαξιλάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →