μεγαλοστομία
•
- λόγιοή ιδιότητα ή ή συμπεριφορά του μεγαλόστομου, το πομπώδες ύφος στον λόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλοστομία < μεγαλόστομος + -ία < αρχαία ελληνική μεγαλόστομος < μέγας + στόμα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική bigmouthed)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλοστομία | μεγαλοστομίες |
| Γενική | μεγαλοστομίας | μεγαλοστομιών |
| Αιτιατική | μεγαλοστομία | μεγαλοστομίες |
| Κλητική | μεγαλοστομία | μεγαλοστομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →