μεθοκοπώ
•
- μεθάω συχνά πίνοντας μεγάλες ποσότητες αλκοολούχων ποτών Βικιλεξικό
- Και 'σαν να μεθοκόπησε, το Σκότος παραδέρνει, / κι από τον δρόμον προσπαθεί να έβγη του Ηλίου. (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα/Β, μτφρ. Δημήτριος Βικέλας)
Ετυμολογία
μεθοκοπώ < μεθ(ώ) + -ο- + -κοπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεθοκοπάω / μεθοκοπώ | μεθοκοπάς | μεθοκοπά / μεθοκοπάει | μεθοκοπάμε / μεθοκοπούμε | μεθοκοπάτε | μεθοκοπάν / μεθοκοπάνε / μεθοκοπούν / μεθοκοπούνε |
| Παρατατικός | μεθοκοπούσα / μεθοκόπαγα | μεθοκοπούσες / μεθοκόπαγες | μεθοκοπούσε / μεθοκόπαγε | μεθοκοπάγαμε / μεθοκοπούσαμε | μεθοκοπάγατε / μεθοκοπούσατε | μεθοκοπάγανε / μεθοκοπούσαν / μεθοκοπούσανε / μεθοκόπαγαν |
| Αόριστος | μεθοκόπησα | μεθοκόπησες | μεθοκόπησε | μεθοκοπήσαμε | μεθοκοπήσατε | μεθοκοπήσαν / μεθοκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα μεθοκοπάω / θα μεθοκοπήσω / θα μεθοκοπώ | θα μεθοκοπάς / θα μεθοκοπήσεις | θα μεθοκοπά / θα μεθοκοπάει / θα μεθοκοπήσει | θα μεθοκοπάμε / θα μεθοκοπήσουμε / θα μεθοκοπούμε | θα μεθοκοπάτε / θα μεθοκοπήσετε | θα μεθοκοπάν / θα μεθοκοπάνε / θα μεθοκοπούν / θα μεθοκοπούνε |
| Υποτακτική | να μεθοκοπάω / να μεθοκοπήσω / να μεθοκοπώ | να μεθοκοπάς / να μεθοκοπήσεις | να μεθοκοπά / να μεθοκοπάει / να μεθοκοπήσει | να μεθοκοπάμε / να μεθοκοπήσουμε / να μεθοκοπούμε | να μεθοκοπάτε / να μεθοκοπήσετε | να μεθοκοπάν / να μεθοκοπάνε / να μεθοκοπούν / να μεθοκοπούνε |
| Προστακτική | — | μεθοκόπα / μεθοκόπαγε / μεθοκόπησε | — | — | μεθοκοπάτε / μεθοκοπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →