μελετάω
•
- διαβάζω κάτι με μεγάλη προσοχή και για πολλή ώρα, με σκοπό να αποκτήσω καινούριες γνώσεις ή να παραγάγω ένα πνευματικό έργο Βικιλεξικό
- (για μαθητή, σπουδαστή) ασχολούμαι με τις σχολικές υποχρεώσεις μου, προετοιμάζομαι για μια εξέταση
- κυρίως για τοεξετάζω κάτι με μεγάλη προσοχή Βικιλεξικό
- Μελετάται νέο σχέδιο επέκτασης του λιμένα. Θα έχει εκπονηθεί σε ένα μήνα.
- λαϊκότροποαναφέρω στην κουβέντα κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Καλώς τον! Σε μελετάγαμε μόλις τώρα.
- κατ’ επέκτασησκέφτομαι ή αναφέρομαι γενικά σε κάτι Βικιλεξικό
- Άσ' τα αυτά. Τι τα θέλεις και τα μελετάς;
Ετυμολογία
μελετάω < μελετ(ώ) (< αρχαία ελληνική μελετῶ, συνηρημένος τύπος του μελετάω) + νεοελληνικό επίθημα -άω
Άλλοι τύποι
μελέτησαμελετήθηκαμελετημένοςμελετιέμαιμελετώμελετώμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →