μερίδιο
•
- ένα μικρό μέρος από κάποιο σύνολο Βικιλεξικό
- συνήθωςτο μέρος από τα αγαθά (π.χ. χρήματα) που αναλογεί σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερίδιο < μερίδιον < υποκοριστικό του μερίς + -ίδιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μερίδιο | μερίδια |
| Γενική | μερίδιου / μεριδίου | μερίδιων / μεριδίων |
| Αιτιατική | μερίδιο | μερίδια |
| Κλητική | μερίδιο | μερίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →