μερακλής
•
- αυτός που έχει μεράκι γι' αυτό που κάνει Βικιλεξικό
- Χθες το βράδυ στην ταβέρνα πέθανε ο Περικλής, ο πιο ντερμπεντέρης άντρας κι ο πιο μερακλής μπεκρής.
- αυτός που ενεργεί με γούστο και αίσθηση του ωραίου Βικιλεξικό
- αυτός που του αρέσουν τα ωραία και δημιουργημένα με μεράκι πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερακλής < (άμεσο δάνειο) τουρκική meraklı + -ς < merak < αραβική مراق (maraq). Μορφολογικά αναλύεται σε μεράκ(ι) + -λής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μερακλής | μερακλήδες |
| Γενική | μερακλή | μερακλήδων |
| Αιτιατική | μερακλή | μερακλήδες |
| Κλητική | μερακλή | μερακλήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →