Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερακλής

/me.ɾaˈklis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει μεράκι γι' αυτό που κάνει Βικιλεξικό
    • Χθες το βράδυ στην ταβέρνα πέθανε ο Περικλής, ο πιο ντερμπεντέρης άντρας κι ο πιο μερακλής μπεκρής.
  2. αυτός που ενεργεί με γούστο και αίσθηση του ωραίου Βικιλεξικό
  3. αυτός που του αρέσουν τα ωραία και δημιουργημένα με μεράκι πράγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μερακλής < (άμεσο δάνειο) τουρκική meraklı + -ς < merak < αραβική مراق (maraq). Μορφολογικά αναλύεται σε μεράκ(ι) + -λής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμερακλήςμερακλήδες
Γενικήμερακλήμερακλήδων
Αιτιατικήμερακλήμερακλήδες
Κλητικήμερακλήμερακλήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μερακλής

/me.ɾaˈklis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι μερακλής Βικιλεξικό
    • Μαγειρεύτηκε από πολύ μερακλή μάγειρα.

Ετυμολογία

μερακλής < (άμεσο δάνειο) τουρκική meraklı + -ς < merak < αραβική مراق (maraq). Μορφολογικά αναλύεται σε μεράκ(ι) + -λής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμερακλήςμερακλούμερακλήδικο / μερακλίδικο / μερακλίδικος
Γενικήμερακλήμερακλούςμερακλήδικου / μερακλίδικου
Αιτιατικήμερακλήμερακλούμερακλήδικο / μερακλίδικο
Κλητικήμερακλήμερακλούμερακλήδικο / μερακλίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμερακλήδεςμερακλούδεςμερακλήδικα / μερακλίδικα
Γενικήμερακλήδωνμερακλούδωνμερακλήδικων / μερακλίδικων
Αιτιατικήμερακλήδεςμερακλούδεςμερακλήδικα / μερακλίδικα
Κλητικήμερακλήδεςμερακλούδεςμερακλήδικα / μερακλίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →