Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετάπτωση

/meˈta.pto.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αιφνίδια μεταβολή κατάστασης, θέσης ή ιδιότητας Βικιλεξικό
    • Ο καιρός έχει μεταπτώσεις: πότε κρύο, πότε ζέστη.
    • ψυχολογικές μεταπτώσεις
  2. γλωσσολογίαη μεταβολή (κατά την παραγωγή ή σύνθεση), μιας λέξης ή ειδικότερα ενός φωνήεντος ή μιας διφθόγγου σε μια ρίζα, ή θέμα ή και πρόσφυμα, είτε ποσοτική (βραχύ ↔ μακρό), είτε ποιοτική (βραχύ ↔ βραχύ) Βικιλεξικό
    • ποιοτική μετάπτωση: π.χ. λέγω - λόγος
    • ποσοτική μετάπτωση: π.χ. φρένα - σώφρων, ελλείπω - ελλῐπής
  3. φυσικήη κίνηση που κάνει ο άξονας περιστροφής ενός αντικειμένου το οποίο περιστρέφεται Βικιλεξικό
  4. φυσικήμεταπτώσεις σε ένα κβαντικό σύστημα Βικιλεξικό
  5. χημείαχαρακτηρισμός ομάδας μεταλλικών χημικών στοιχείων Βικιλεξικό
    • στοιχεία μετάπτωσης
    • εξωτερικούς συνδέσμους
  6. αστρονομίαη μετάπτωση του άξονα ενός ουράνιου σώματος προέρχεται από τη βαρύτητα και είναι η αργή και συνεχής αλλαγή κατεύθυνσης του άξονά περιστροφής του Βικιλεξικό
    • μεταπτώσεις ισημεριών
  7. γεωλογίαχαρακτηρισμός ρηγμάτων στο στερεό φλοιό της γης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετάπτωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετάπτω(σις) + -ση < μετά- + πτῶσις (ο όρος της γραμματικής, ελληνιστικός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετάπτωσημεταπτώσεις
Γενικήμετάπτωσηςμεταπτώσεων
Αιτιατικήμετάπτωσημεταπτώσεις
Κλητικήμετάπτωσημεταπτώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →