μετάπτωση
•
- αιφνίδια μεταβολή κατάστασης, θέσης ή ιδιότητας Βικιλεξικό
- Ο καιρός έχει μεταπτώσεις: πότε κρύο, πότε ζέστη.
- ψυχολογικές μεταπτώσεις
- γλωσσολογίαη μεταβολή (κατά την παραγωγή ή σύνθεση), μιας λέξης ή ειδικότερα ενός φωνήεντος ή μιας διφθόγγου σε μια ρίζα, ή θέμα ή και πρόσφυμα, είτε ποσοτική (βραχύ ↔ μακρό), είτε ποιοτική (βραχύ ↔ βραχύ) Βικιλεξικό
- ποιοτική μετάπτωση: π.χ. λέγω - λόγος
- ποσοτική μετάπτωση: π.χ. φρένα - σώφρων, ελλείπω - ελλῐπής
- φυσικήη κίνηση που κάνει ο άξονας περιστροφής ενός αντικειμένου το οποίο περιστρέφεται Βικιλεξικό
- φυσικήμεταπτώσεις σε ένα κβαντικό σύστημα Βικιλεξικό
- χημείαχαρακτηρισμός ομάδας μεταλλικών χημικών στοιχείων Βικιλεξικό
- στοιχεία μετάπτωσης
- εξωτερικούς συνδέσμους
- αστρονομίαη μετάπτωση του άξονα ενός ουράνιου σώματος προέρχεται από τη βαρύτητα και είναι η αργή και συνεχής αλλαγή κατεύθυνσης του άξονά περιστροφής του Βικιλεξικό
- μεταπτώσεις ισημεριών
- γεωλογίαχαρακτηρισμός ρηγμάτων στο στερεό φλοιό της γης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετάπτωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετάπτω(σις) + -ση < μετά- + πτῶσις (ο όρος της γραμματικής, ελληνιστικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάπτωση | μεταπτώσεις |
| Γενική | μετάπτωσης | μεταπτώσεων |
| Αιτιατική | μετάπτωση | μεταπτώσεις |
| Κλητική | μετάπτωση | μεταπτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →