μεταβάλλομαι
•
- αλλάζει η μορφή ή οι απόψεις μου, μεταμορφώνομαι, τροποποιούμαι Βικιλεξικό
- Μεταβάλλονται οι απόψεις -γι' αυτό υπάρχει ο διάλογος
- Ήταν πράος, αλλά με αυτό το δράμα που έζησε, μεταβλήθηκε σε τέρας!
Ετυμολογία
μεταβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος μεταβάλλω < μετά + βάλλω
Άλλοι τύποι
μεταβαλλόμουνμεταβλήθηκαμεταβληθώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →