μεταπολιτική
•
- πολιτικήη πολιτική στην μοντέρνα της εκδοχή, που ασκείται με όρους διαφορετικούς σε σχέση με το παρελθόν Βικιλεξικό
- Για την Αριστερά, το ζήτημα είναι να αντιπαλέψει με πάθος τη μεταπολιτική, τον μεγαλύτερο σύγχρονο κίνδυνο για την κοινωνία και τη δημοκρατία. (εφ. Αυγή, 16/3/2014)
- πολιτικήη επιστημονική προσέγγιση της πολιτικής θεωρίας και ορολογίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταπολιτική < μετα- + πολιτική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπολιτική | μεταπολιτικές |
| Γενική | μεταπολιτικής | μεταπολιτικών |
| Αιτιατική | μεταπολιτική | μεταπολιτικές |
| Κλητική | μεταπολιτική | μεταπολιτικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →