Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταφορτώνω

/me.ta.foɾˈto.no/ρήμα
•
  1. ξεφορτώνω κάποια πράγματα, αντικείμενα ή εμπορεύματα από κάποιο μέρος και τα φορτώνω εκ νέου σε άλλο μέρος Βικιλεξικό
  2. πληροφορική«κατεβάζω» ηλεκτρονικά δεδομένα, τα μεταφέρω από το διαδίκτυο στον υπολογιστή κάποιου Βικιλεξικό
  3. σπάνιο«ανεβάζω» ηλεκτρονικά δεδομένα, τα μεταφέρω από τον υπολογιστή κάποιου στο διαδίκτυο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταφορτώνω < μετα- + φορτώνω + -ση (1. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transborder. 2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική download. 3. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική upload)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταφορτώνωμεταφορτώνειςμεταφορτώνειμεταφορτώνουμεμεταφορτώνετεμεταφορτώνουν / μεταφορτώνουνε
Παρατατικόςμεταφόρτωναμεταφόρτωνεςμεταφόρτωνεμεταφορτώναμεμεταφορτώνατεμεταφορτώναν / μεταφορτώνανε / μεταφόρτωναν
Αόριστοςμεταφόρτωσαμεταφόρτωσεςμεταφόρτωσεμεταφορτώσαμεμεταφορτώσατεμεταφορτώσαν / μεταφορτώσανε / μεταφόρτωσαν
Μέλλονταςθα μεταφορτώνω / θα μεταφορτώσωθα μεταφορτώνεις / θα μεταφορτώσειςθα μεταφορτώνει / θα μεταφορτώσειθα μεταφορτώνουμε / θα μεταφορτώσουμεθα μεταφορτώνετε / θα μεταφορτώσετεθα μεταφορτώνουν / θα μεταφορτώνουνε / θα μεταφορτώσουν / θα μεταφορτώσουνε
Παρακείμενοςέχω μεταφορτώσειέχεις μεταφορτώσειέχει μεταφορτώσειέχουμε μεταφορτώσειέχετε μεταφορτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μεταφορτώσειείχες μεταφορτώσειείχε μεταφορτώσειείχαμε μεταφορτώσει——
Υποτακτικήνα έχω μεταφορτώσει / να μεταφορτώνω / να μεταφορτώσωνα έχεις μεταφορτώσει / να μεταφορτώνεις / να μεταφορτώσειςνα έχει μεταφορτώσει / να μεταφορτώνει / να μεταφορτώσεινα έχουμε μεταφορτώσει / να μεταφορτώνουμε / να μεταφορτώσουμενα έχετε μεταφορτώσει / να μεταφορτώνετε / να μεταφορτώσετενα μεταφορτώνουν / να μεταφορτώνουνε / να μεταφορτώσουν / να μεταφορτώσουνε
Προστακτική—μεταφόρτωνε / μεταφόρτωσε——μεταφορτώνετε / μεταφορτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →