μεταφόρτωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταφορτώνω Βικιλεξικό
- πληροφορικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταφορτώνω Βικιλεξικό
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταφορτώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταφόρτωση < μεταφορτώνω + -ση (1. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transbordement. 2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική download. 3. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική upload)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταφόρτωση | μεταφορτώσεις |
| Γενική | μεταφόρτωσης | μεταφορτώσεων |
| Αιτιατική | μεταφόρτωση | μεταφορτώσεις |
| Κλητική | μεταφόρτωση | μεταφορτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →