Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταφραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά τους μεταφραστές και τις μεταφράσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

* μεταφραστικός < (ελληνιστική κοινή) μεταφραστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφραστικόςμεταφραστικήμεταφραστικό
Γενικήμεταφραστικούμεταφραστικήςμεταφραστικού
Αιτιατικήμεταφραστικόμεταφραστικήμεταφραστικό
Κλητικήμεταφραστικέμεταφραστικήμεταφραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφραστικοίμεταφραστικέςμεταφραστικά
Γενικήμεταφραστικώνμεταφραστικώνμεταφραστικών
Αιτιατικήμεταφραστικούςμεταφραστικέςμεταφραστικά
Κλητικήμεταφραστικοίμεταφραστικέςμεταφραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →