Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταφραστικά

/me.ta.fɾa.stiˈka/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αμοιβή των μεταφραστών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταφραστικά: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μεταφραστικός στον πληθυντικό

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μεταφραστικά

/me.ta.fɾa.stiˈka/επίρρημα
•
  1. κατά τις μεθόδους των μεταφραστών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταφραστικά < μεταφραστικ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →