μεταφράστρια
•
- επάγγελμααυτή που έχει ως επάγγελμα τη μετάφραση κειμένων από και προς μια ξένη γλώσσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταφράστρια < μεταφραστής + -τρια < μεταφράζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταφράστρια | μεταφράστριες |
| Γενική | μεταφράστριας | μεταφραστριών |
| Αιτιατική | μεταφράστρια | μεταφράστριες |
| Κλητική | μεταφράστρια | μεταφράστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →