μετάφραση
•
- η μεταφορά ενός γραπτού κειμένου ή προφορικού λόγου σε μία άλλη γλώσσα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο μεταφρασμένο κείμενο Βικιλεξικό
- μαθηματικάγεωμετρική ορολογία, εξίσωση μετακίνησης αντικειμένου σε συγκεκριμένη απόσταση Βικιλεξικό
- βιολογίαη διαδικασία κατά την οποία τα μεταφορικά RNA (tRNA) συνθέτουν αμινοξέα στα ριβοσώματα με βάση το αγγελιαφόρο RNA (mRNA) Βικιλεξικό
- πληροφορικήη μεταγλώττιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετάφραση < (ελληνιστική κοινή) μετάφρασις < μεταφράζω < μετά + φράζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάφραση | μεταφράσεις |
| Γενική | μετάφρασης | μεταφράσεων |
| Αιτιατική | μετάφραση | μεταφράσεις |
| Κλητική | μετάφραση | μεταφράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →