μηχανοργάνωση
•
- πληροφορικήη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων δικτυωμένων συσκευών για την οργάνωση επιχειρήσεων και οργανισμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανοργάνωση < μηχανή + -ο- + οργάνωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανοργάνωση | μηχανοργανώσεις |
| Γενική | μηχανοργάνωσης | μηχανοργανώσεων |
| Αιτιατική | μηχανοργάνωση | μηχανοργανώσεις |
| Κλητική | μηχανοργάνωση | μηχανοργανώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →