μισοφαγωμένος
•
- που έχει φαγωθεί κατά ένα μέρος (κυριολεκτικά: κατά το ήμισυ) Βικιλεξικό
- Θερινό ηλιοστάσιο σήμερα, τη μεγαλύτερη ημέρα του έτους και ο ήλιος μας μισοφαγωμένος από την έκλειψη με πολλές λεπτομέρειες στην επιφάνειά του αποτυπώθηκαν από το φακό της φωτογραφικής μηχανής.
- μεταφορικάπου έχει φθαρεί λίγο Βικιλεξικό
- μισοφαγωμένες σόλες παπουτσιών
Ετυμολογία
μισοφαγωμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μισοφαγωμένος· μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μισοτρώω & μισοτρώγω. Μορφολογικά αναλύεται σε μισο- (μισός) + μετοχή φαγωμένος
Άλλοι τύποι
μισοφαγωμέναμισοφαγωμένεμισοφαγωμένεςμισοφαγωμένημισοφαγωμένηςμισοφαγωμένομισοφαγωμένοιμισοφαγωμένοςμισοφαγωμένουμισοφαγωμένουςμισοφαγωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →