μοιρογνωμόνιο
•
- γεωμετρίαγεωμετρικό όργανο μέτρησης, που χρησιμοποιείται για να μετρηθούν οι γωνίες (οξείες, αμβλείες, ορθές) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοιρογνωμόνιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μοιρογνωμόνιον (δείκτης σε διόπτρα) < μοῖρ(α) + -ο- + γνωμόνιον < αρχαία ελληνική γνώμων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοιρογνωμόνιο | μοιρογνωμόνια |
| Γενική | μοιρογνωμόνιου | μοιρογνωμόνιων |
| Αιτιατική | μοιρογνωμόνιο | μοιρογνωμόνια |
| Κλητική | μοιρογνωμόνιο | μοιρογνωμόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →