μονοτονικός
•
- που προβλέπει τη χρήση μόνο ενός τονικού σημείου (τόνου) Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένομονοτονικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοτονικός < μονο- + τόνος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτονικός | μονοτονική | μονοτονικό |
| Γενική | μονοτονικού | μονοτονικής | μονοτονικού |
| Αιτιατική | μονοτονικό | μονοτονική | μονοτονικό |
| Κλητική | μονοτονικέ | μονοτονική | μονοτονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτονικοί | μονοτονικές | μονοτονικά |
| Γενική | μονοτονικών | μονοτονικών | μονοτονικών |
| Αιτιατική | μονοτονικούς | μονοτονικές | μονοτονικά |
| Κλητική | μονοτονικοί | μονοτονικές | μονοτονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →