Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονότονος

/moˈno.to.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου συνίσταται από ένα επαναλαμβανόμενο ηχητικό τόνο Βικιλεξικό
    • Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
  2. μεταφορικάπου δε χαρακτηρίζεται από ποικιλία, αλλά από επαναλαμβανόμενα στοιχεία κι, επομένως, προκαλεί ανία και πλήξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονότονος < ελληνιστική κοινή μονότονος < μονο- + αρχαία ελληνική τόνος < τείνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική monotone)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονότονοςμονότονημονότονο
Γενικήμονότονουμονότονηςμονότονου
Αιτιατικήμονότονομονότονημονότονο
Κλητικήμονότονεμονότονημονότονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονότονοιμονότονεςμονότονα
Γενικήμονότονωνμονότονωνμονότονων
Αιτιατικήμονότονουςμονότονεςμονότονα
Κλητικήμονότονοιμονότονεςμονότονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →