μπουκάλι
•
- δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.) Βικιλεξικό
- αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες
- Ύστερα με ρώτησε αν είχα κάτι να πιει. -Τζιν τόνικ, ας πούμε. Δεν είναι δυνατόν να μην έχετε τζιν και τόνικ σ' ένα σπίτι σαν αυτό... - Ο Μαρκ εγώ πίνουμε πότε πότε τζιν, άρα μπορεί να υπάρχει ένα μπουκάλι, γι'αυτόν τον λόγο κι όχι επειδή «σ'ένα σπίτι σαν αυτό» πρέπει να υπάρχει τζιν. (Νίνο Χαρατισβίλι, Κοφτερή αγάπη, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
- συνεκδοχικάτο περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου Βικιλεξικό
- πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;
Ετυμολογία
μπουκάλι < βενετική bocal < υστερολατινική baucalis < ελληνιστική κοινή βαύκαλις (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουκάλι | μπουκάλια |
| Γενική | μπουκαλιού | μπουκαλιών |
| Αιτιατική | μπουκάλι | μπουκάλια |
| Κλητική | μπουκάλι | μπουκάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →