μόρτικος
•
- αυτό που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον μόρτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόρτικος < μόρτ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μόρτικος | μόρτικη | μόρτικο |
| Γενική | μόρτικου | μόρτικης | μόρτικου |
| Αιτιατική | μόρτικο | μόρτικη | μόρτικο |
| Κλητική | μόρτικε | μόρτικη | μόρτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μόρτικοι | μόρτικες | μόρτικα |
| Γενική | μόρτικων | μόρτικων | μόρτικων |
| Αιτιατική | μόρτικους | μόρτικες | μόρτικα |
| Κλητική | μόρτικοι | μόρτικες | μόρτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →