Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόρτικος

/ˈmoɾ.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτό που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον μόρτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μόρτικος < μόρτ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμόρτικοςμόρτικημόρτικο
Γενικήμόρτικουμόρτικηςμόρτικου
Αιτιατικήμόρτικομόρτικημόρτικο
Κλητικήμόρτικεμόρτικημόρτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμόρτικοιμόρτικεςμόρτικα
Γενικήμόρτικωνμόρτικωνμόρτικων
Αιτιατικήμόρτικουςμόρτικεςμόρτικα
Κλητικήμόρτικοιμόρτικεςμόρτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →