μόρφημα
•
- γλωσσολογίαη ελάχιστη σημασιολογική μονάδα στη γλώσσα που είναι φορεάς σημασίας, ή γραμματικής πληροφορίας (όπως ένα πρόθημα ή ένα θέμα ή ρίζα λέξης ή ένα επίθημα ή γραμματική κατάληξη) Βικιλεξικό
- η λέξη παιδί αποτελείται από δύο μορφήματα, το θέμα παιδ- και την γραμματική κατάληξη -ί
Ετυμολογία
μόρφημα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική morphème < αρχαία ελληνική μορφ(ή + -ème (-ημα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόρφημα | μορφήματα |
| Γενική | μορφήματος | μορφημάτων |
| Αιτιατική | μόρφημα | μορφήματα |
| Κλητική | μόρφημα | μορφήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →