μόχθος
•
- κούραση, η επίπονη εργασία Βικιλεξικό
- Ὁ κοπετὸς κι' ὁ μόχθος τοὺς ἔγινε συνήθεια,
- παχαίνουν κοιλιόδουλοι,
- καὶ σέρνουν ξεμαλλιάρα στοὺς δρόμους τὴν Ἀλήθεια
- ρακένδυτοι Μπερτόδουλοι.
- (Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ', τέλος 19ου - αρχές 20 αιώνα)
- το αποτέλεσμα σκληρής εργασίας Βικιλεξικό
- ο μόχθος του εργάτη
Ετυμολογία
μόχθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόχθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόχθος | μόχθοι |
| Γενική | μόχθου | μόχθων |
| Αιτιατική | μόχθο | μόχθους |
| Κλητική | μόχθε | μόχθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →