ναζί
•
- ιστορίαο αφοσιωμένος οπαδός του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος ή/και του Αδόλφου Χίτλερ, ο ιδεολογικός και στην πράξη σύμμαχος και συνοδοιπόρος του Βικιλεξικό
- πολιτικήο υποστηρικτής του εθνικοσοσιαλισμού ως πολιτικής ιδεολογίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που δε σέβεται τις απόψεις των άλλων και δρα αυταρχικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναζί < γαλλική nazi < γερμανική Nationalsozialist (εθνικοσοσιαλιστής) < Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei (Εργατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →