Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναζί

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαο αφοσιωμένος οπαδός του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος ή/και του Αδόλφου Χίτλερ, ο ιδεολογικός και στην πράξη σύμμαχος και συνοδοιπόρος του Βικιλεξικό
  2. πολιτικήο υποστηρικτής του εθνικοσοσιαλισμού ως πολιτικής ιδεολογίας Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαυτός που δε σέβεται τις απόψεις των άλλων και δρα αυταρχικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναζί < γαλλική nazi < γερμανική Nationalsozialist (εθνικοσοσιαλιστής) < Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei (Εργατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

νάζι

/ˈna.zi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χαριτωμένη και φιλάρεσκη προσποίηση στη στάση, κίνηση και συμπεριφορά Βικιλεξικό
    • είναι όλο νάζια

Ετυμολογία

νάζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική naz + -ι < περσική ناز (nāz, φιλαρέσκεια, επιτήδευση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνάζινάζια
Γενικήναζιούναζιών
Αιτιατικήνάζινάζια
Κλητικήνάζινάζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →