ναυαγιαιρεσία
•
- ναυτικός όροςειδική ναυτική επιχείρηση με την οποία επιχειρείται η διάσωση ή ανέλκυση πλοίου, που ναυάγησε ή βούλιαξε, ή του φορτίου του, με νομικές συνέπειες ως προς τα δικαιώματα διάσωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυαγιαιρεσία < ναυάγιο + αρχαία ελληνική αἴρω + -σία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυαγιαιρεσία | ναυαγιαιρεσίες |
| Γενική | ναυαγιαιρεσίας | ναυαγιαιρεσιών |
| Αιτιατική | ναυαγιαιρεσία | ναυαγιαιρεσίες |
| Κλητική | ναυαγιαιρεσία | ναυαγιαιρεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →