Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοπλουτίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ενίοτε με αρνητική χροιάπου έχει σχέση με τον νεόπλουτο και τη συμπεριφορά του ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοπλουτίστικος < νεόπλουτος + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοπλουτίστικοςνεοπλουτίστικηνεοπλουτίστικο
Γενικήνεοπλουτίστικουνεοπλουτίστικηςνεοπλουτίστικου
Αιτιατικήνεοπλουτίστικονεοπλουτίστικηνεοπλουτίστικο
Κλητικήνεοπλουτίστικενεοπλουτίστικηνεοπλουτίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοπλουτίστικοινεοπλουτίστικεςνεοπλουτίστικα
Γενικήνεοπλουτίστικωννεοπλουτίστικωννεοπλουτίστικων
Αιτιατικήνεοπλουτίστικουςνεοπλουτίστικεςνεοπλουτίστικα
Κλητικήνεοπλουτίστικοινεοπλουτίστικεςνεοπλουτίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →