νεοπλουτίστικος
•
- ενίοτε με αρνητική χροιάπου έχει σχέση με τον νεόπλουτο και τη συμπεριφορά του ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοπλουτίστικος < νεόπλουτος + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοπλουτίστικος | νεοπλουτίστικη | νεοπλουτίστικο |
| Γενική | νεοπλουτίστικου | νεοπλουτίστικης | νεοπλουτίστικου |
| Αιτιατική | νεοπλουτίστικο | νεοπλουτίστικη | νεοπλουτίστικο |
| Κλητική | νεοπλουτίστικε | νεοπλουτίστικη | νεοπλουτίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοπλουτίστικοι | νεοπλουτίστικες | νεοπλουτίστικα |
| Γενική | νεοπλουτίστικων | νεοπλουτίστικων | νεοπλουτίστικων |
| Αιτιατική | νεοπλουτίστικους | νεοπλουτίστικες | νεοπλουτίστικα |
| Κλητική | νεοπλουτίστικοι | νεοπλουτίστικες | νεοπλουτίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →