Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεύρωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχολογίαπαθολογική διαταραχή της ψυχικής κατάστασης που όμως δεν σχετίζεται με αλλοιώσεις ή παθήσεις του νευρικού συστήματος (δείτε ψύχωση). Εκδηλώνεται με ψυχοσωματικά συμπτώματα (εφίδρωση, ταχυπαλμία, αϋπνία, κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. βοτανικήη διάταξη των ινών των φύλλων των φυτών Βικιλεξικό
  3. τεχνολογίακάθε διάταξη που μοιάζει με εκείνην των νεύρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεύρωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική névrose < αρχαία ελληνική νεῦρ(ον) + -ose < -ωσις < -ωση. : σημασία: διάταξη ινών φύλλων < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική nervure

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεύρωσηνευρώσεις
Γενικήνεύρωσηςνευρώσεων
Αιτιατικήνεύρωσηνευρώσεις
Κλητικήνεύρωσηνευρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →