νταλκάς
•
- δυνατή επιθυμία, πόθος συχνά ανεκλπήρωτος, καημός Βικιλεξικό
- διακαής έρωτας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νταλκάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική dalga (με [d]>[k]) + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταλκάς | νταλκάδες |
| Γενική | νταλκά | νταλκάδων |
| Αιτιατική | νταλκά | νταλκάδες |
| Κλητική | νταλκά | νταλκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →