ντε
•
- προφορικόπήγαινε! ξεκίνα! (επιφωνηματικά, για έμφαση) Βικιλεξικό
- -Πήγαινε ντε, τι περιμένεις; (προτροπή, ανυπομονησία)
- -Καλά ντε, μη φωνάζεις. (ενόχληση)
- -Γιατί αγόρασες μελιτζάνες; -Για να φτιάξω μουσακά, ντε! (επεξήγηση)
- προφορικόπήγαινε! ξεκίνα! (παρακίνηση σε ζώα) Βικιλεξικό
- ντε, γαϊδαράκο μου, ντε!
- μεταγραφή της λατινικής πρόθεσης dē (από) με ελληνικά γράμματα Βικιλεξικό
- σε στερεότυπες εκφράσεις: π.χ. ντε φάκτο (de facto), ντε γιούρε (de jure)
- μεταγραφή της γαλλικής πρόθεσης de με ελληνικά γράμματα Βικιλεξικό
- ως πρόθεση, σε στερεότυπους όρους: π.χ. φον ντε τεν (fond de teint)
- μεταγραφή της ονομασίας του γράμματος d στα γαλλικά Βικιλεξικό
- α μπε σε ντε (a b c d)
- ως μόριο, σε ονόματα, δείχνει την καταγωγή (οικογένεια, ή τόπο): π.χ. Σαρλ ντε Γκωλ (Charles de Gaulle)
- μεταγραφή του γαλλικού αριθμητικού deux (δύο) με ελληνικά γράμματα Βικιλεξικό
- σε στερεότυπους όρους: π.χ. ντε πιες (deux-pièces)
Ετυμολογία
ντε < (άμεσο δάνειο) τουρκική de (επίσης)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →