στανιό
•
- λαϊκότροποκαταναγκασμός, άσκηση πίεσης Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Φαρμακολύτρια, [διήγημα], (1900) @papadiamantis.net, (Ἡ Φαρμακολύτρια στη Βικιθήκη)
Ετυμολογία
στανιό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στανιό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στανιό | — |
| Γενική | στανιού | — |
| Αιτιατική | στανιό | — |
| Κλητική | στανιό | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →