ντρέπομαι
•
- νιώθω ντροπή για κάτι άσχημο που έκανα Βικιλεξικό
- έχω ηθικές αναστολές να κάνω κάτι, νιώθω ντροπή να κάνω κάτι Βικιλεξικό
- Ντρέπομαι να τον εξαπατήσω, δεν πρόκειται να το κάνω.
- γκομενίζει με όποια σχεδόν έπεφτε στο δρόμο του (εκείνος, που ως τότε ντρεπόταν υπερβολικά τα κορίτσια) (⌘ Χ. Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί, εκδ. Πατάκης, 2016)
- νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει Βικιλεξικό
- Ντρέπομαι τον πατέρα σου, διαφορετικά θα σου έκανα μήνυση γι' αυτό μου έκανες.
Ετυμολογία
ντρέπομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντρέπομαι, μορφή του ἐντρέπομαι < ελληνιστική κοινή ἐντρέπομαι (στρέφω τα νώτα), μέση φωνή του αρχαίου ἐντρέπω < ἐν + τρέπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ντρέπομαι | ντρέπεσαι | ντρέπεται | ντρεπόμαστε | ντρέπεστε | ντρέπονται |
| Παρατατικός | ντρεπόμουν / ντρεπόμουνα | ντρεπόσουν / ντρεπόσουνα | ντρεπόταν / ντρεπότανε | ντρεπόμασταν / ντρεπόμαστε | ντρεπόσασταν / ντρεπόσαστε | ντρέπονταν / ντρεπόντουσαν |
| Αόριστος | ντράπηκα | ντράπηκες | ντράπηκε | ντραπήκαμε | ντραπήκατε | ντράπηκαν / ντραπήκαν / ντραπήκανε |
| Μέλλοντας | θα ντρέπομαι / θα ντραπώ | θα ντρέπεσαι / θα ντραπείς | θα ντρέπεται / θα ντραπεί | θα ντραπούμε / θα ντρεπόμαστε | θα ντρέπεστε / θα ντραπείτε | θα ντρέπονται / θα ντραπούν / θα ντραπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ντραπεί | έχεις ντραπεί | έχει ντραπεί | έχουμε ντραπεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ντραπεί | είχες ντραπεί | είχε ντραπεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ντραπεί / να ντρέπομαι / να ντραπώ | να έχεις ντραπεί / να ντρέπεσαι / να ντραπείς | να έχει ντραπεί / να ντρέπεται / να ντραπεί | να έχουμε ντραπεί / να ντραπούμε / να ντρεπόμαστε | να ντρέπεστε / να ντραπείτε | να ντρέπονται / να ντραπούν / να ντραπούνε |
| Προστακτική | — | ντράπου | — | — | ντρέπεστε / ντραπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →