Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντροπαλός

/dɾo.paˈlos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν νιώθει άνετα μπροστά σε άλλους, που ντρέπεται εύκολα Βικιλεξικό
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

ντροπαλός < μεσαιωνική ελληνική ἐντροπαλός < αρχαία ελληνική ἐντροπή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντροπαλόςντροπαλήντροπαλό
Γενικήντροπαλούντροπαλήςντροπαλού
Αιτιατικήντροπαλόντροπαλήντροπαλό
Κλητικήντροπαλέντροπαλήντροπαλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντροπαλοίντροπαλέςντροπαλά
Γενικήντροπαλώνντροπαλώνντροπαλών
Αιτιατικήντροπαλούςντροπαλέςντροπαλά
Κλητικήντροπαλοίντροπαλέςντροπαλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →