ντροπαλός
•
- που δεν νιώθει άνετα μπροστά σε άλλους, που ντρέπεται εύκολα Βικιλεξικό
- Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
ντροπαλός < μεσαιωνική ελληνική ἐντροπαλός < αρχαία ελληνική ἐντροπή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ντροπαλός | ντροπαλή | ντροπαλό |
| Γενική | ντροπαλού | ντροπαλής | ντροπαλού |
| Αιτιατική | ντροπαλό | ντροπαλή | ντροπαλό |
| Κλητική | ντροπαλέ | ντροπαλή | ντροπαλό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ντροπαλοί | ντροπαλές | ντροπαλά |
| Γενική | ντροπαλών | ντροπαλών | ντροπαλών |
| Αιτιατική | ντροπαλούς | ντροπαλές | ντροπαλά |
| Κλητική | ντροπαλοί | ντροπαλές | ντροπαλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →