Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξάφνιασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο απρόσμενος, απροσδόκητος, ξαφνικός τρόμος Βικιλεξικό
  2. η απροσδόκητη έκπληξη Βικιλεξικό
    • Η επίσκεψή σου Μαρία απόψε στο σπίτι μου θα ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα αν δεν είχα ήδη παρέα την Ελένη, οπότε μάλλον εσύ είχες ένα δυσάρεστο ξάφνιασμα υποθέτω...
  3. ο μικροτραυματισμός από απότομη κίνηση Βικιλεξικό
    • Έχω ένα ξάφνιασμα στο λαιμό και φοράω τρεις μέρες τώρα νύχτα-μέρα ένα κολάρο που μου έχει αλλάξει τα φώτα.

Ετυμολογία

ξάφνιασμα < μεσαιωνική ελληνική ξάφνισμα < ξαφνίζω και ἐξαφνίζω < αρχαία ελληνική ἐξαίφνης < ἐξ + αἴφνης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξάφνιασμαξαφνιάσματα
Γενικήξαφνιάσματοςξαφνιασμάτων
Αιτιατικήξάφνιασμαξαφνιάσματα
Κλητικήξάφνιασμαξαφνιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →