Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξένιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επίθετο του Δία σε ό,τι αφορούσε την φιλοξενία αλλά και τον θεό που πίστευαν οι ξένοι Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοο ξενικός Βικιλεξικό
  3. δίκτυο υπολογιστώνhost: ο κόμβος (node), που είναι υπολογιστής (πχ. τερματικό χρήστη, τάμπλετ, έξυπνο τηλέφωνο, κλπ) και όχι άλλη συσκευή υποστήριξης δικτύου (μεταγωγέας, δρομολογητής, κλπ). Ο υπολογιστής που τα προγράμματά του δεν αφορούν την λειτουργία του ίδιου του δικτύου, αλλά εξυπηρετούν τους χρήστες και γιαυτό είναι «ξενικός» ως προς το δίκτυο Βικιλεξικό
    • υπερώνυμο: κόμβος (node)
    • υπώνυμα: εξυπηρετητής (server), ξενιστής (host), τερματικό (terminal), πελάτης (client), τερματική συσκευή δεδομένων (DTE)

Ετυμολογία

ξένιος < αρχαία ελληνική ξένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξένιοςξένιαξένιο
Γενικήξένιουξένιαςξένιου
Αιτιατικήξένιοξένιαξένιο
Κλητικήξένιεξένιαξένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξένιοιξένιεςξένια
Γενικήξένιωνξένιωνξένιων
Αιτιατικήξένιουςξένιεςξένια
Κλητικήξένιοιξένιεςξένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →