ξένιος
•
- επίθετο του Δία σε ό,τι αφορούσε την φιλοξενία αλλά και τον θεό που πίστευαν οι ξένοι Βικιλεξικό
- παρωχημένοο ξενικός Βικιλεξικό
- δίκτυο υπολογιστώνhost: ο κόμβος (node), που είναι υπολογιστής (πχ. τερματικό χρήστη, τάμπλετ, έξυπνο τηλέφωνο, κλπ) και όχι άλλη συσκευή υποστήριξης δικτύου (μεταγωγέας, δρομολογητής, κλπ). Ο υπολογιστής που τα προγράμματά του δεν αφορούν την λειτουργία του ίδιου του δικτύου, αλλά εξυπηρετούν τους χρήστες και γιαυτό είναι «ξενικός» ως προς το δίκτυο Βικιλεξικό
- υπερώνυμο: κόμβος (node)
- υπώνυμα: εξυπηρετητής (server), ξενιστής (host), τερματικό (terminal), πελάτης (client), τερματική συσκευή δεδομένων (DTE)
Ετυμολογία
ξένιος < αρχαία ελληνική ξένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξένιος | ξένια | ξένιο |
| Γενική | ξένιου | ξένιας | ξένιου |
| Αιτιατική | ξένιο | ξένια | ξένιο |
| Κλητική | ξένιε | ξένια | ξένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξένιοι | ξένιες | ξένια |
| Γενική | ξένιων | ξένιων | ξένιων |
| Αιτιατική | ξένιους | ξένιες | ξένια |
| Κλητική | ξένιοι | ξένιες | ξένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →