Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε ή προέρχεται από ξένους, που αναφέρεται σε ξένους ή ξένη χώρα Βικιλεξικό
    • ξενική προφορά, ξενική κατοχή
    • Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Το νέο ελληνικό έθνος, 1204-2000, Ηρόδοτος, 2001, σελ. 37)
  2. που μοιάζει να είναι από άλλη χώρα, ξενόφερτο Βικιλεξικό
    • Έκφρασε το ίδιο νόημα με ελληνογενή λέξη αντί ξενικής, σε παρακαλώ.

Ετυμολογία

ξενικός < αρχαία ελληνική ξενικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενικόςξενικήξενικό
Γενικήξενικούξενικήςξενικού
Αιτιατικήξενικόξενικήξενικό
Κλητικήξενικέξενικήξενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενικοίξενικέςξενικά
Γενικήξενικώνξενικώνξενικών
Αιτιατικήξενικούςξενικέςξενικά
Κλητικήξενικοίξενικέςξενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →