Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεμαγαρίζω

ρήμα
•
  1. αφαιρώ τη βρώμα, καθαρίζω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαφαιρώ τη διαφθορά Βικιλεξικό
    • να φύγουν όλοι οι κλέφτες από τη Βουλή, να ξεμαγαρίσει ο τόπος!

Ετυμολογία

ξεμαγαρίζω < ξε- + μαγαρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεμαγαρίζωξεμαγαρίζειςξεμαγαρίζειξεμαγαρίζουμεξεμαγαρίζετεξεμαγαρίζουν / ξεμαγαρίζουνε
Παρατατικόςξεμαγάριζαξεμαγάριζεςξεμαγάριζεξεμαγαρίζαμεξεμαγαρίζατεξεμαγάριζαν / ξεμαγαρίζαν / ξεμαγαρίζανε
Αόριστοςξεμαγάρισαξεμαγάρισεςξεμαγάρισεξεμαγαρίσαμεξεμαγαρίσατεξεμαγάρισαν / ξεμαγαρίσαν / ξεμαγαρίσανε
Μέλλονταςθα ξεμαγαρίζω / θα ξεμαγαρίσωθα ξεμαγαρίζεις / θα ξεμαγαρίσειςθα ξεμαγαρίζει / θα ξεμαγαρίσειθα ξεμαγαρίζουμε / θα ξεμαγαρίσουμεθα ξεμαγαρίζετε / θα ξεμαγαρίσετεθα ξεμαγαρίζουν / θα ξεμαγαρίζουνε / θα ξεμαγαρίσουν / θα ξεμαγαρίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεμαγαρίσειέχεις ξεμαγαρίσειέχει ξεμαγαρίσειέχουμε ξεμαγαρίσειέχετε ξεμαγαρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεμαγαρίσειείχες ξεμαγαρίσειείχε ξεμαγαρίσειείχαμε ξεμαγαρίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζω / να ξεμαγαρίσωνα έχεις ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζεις / να ξεμαγαρίσειςνα έχει ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζει / να ξεμαγαρίσεινα έχουμε ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζουμε / να ξεμαγαρίσουμενα έχετε ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζετε / να ξεμαγαρίσετενα ξεμαγαρίζουν / να ξεμαγαρίζουνε / να ξεμαγαρίσουν / να ξεμαγαρίσουνε
Προστακτική—ξεμαγάριζε / ξεμαγάρισε——ξεμαγαρίζετε / ξεμαγαρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →