ξεμαγαρίζω
•
- αφαιρώ τη βρώμα, καθαρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφαιρώ τη διαφθορά Βικιλεξικό
- να φύγουν όλοι οι κλέφτες από τη Βουλή, να ξεμαγαρίσει ο τόπος!
Ετυμολογία
ξεμαγαρίζω < ξε- + μαγαρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμαγαρίζω | ξεμαγαρίζεις | ξεμαγαρίζει | ξεμαγαρίζουμε | ξεμαγαρίζετε | ξεμαγαρίζουν / ξεμαγαρίζουνε |
| Παρατατικός | ξεμαγάριζα | ξεμαγάριζες | ξεμαγάριζε | ξεμαγαρίζαμε | ξεμαγαρίζατε | ξεμαγάριζαν / ξεμαγαρίζαν / ξεμαγαρίζανε |
| Αόριστος | ξεμαγάρισα | ξεμαγάρισες | ξεμαγάρισε | ξεμαγαρίσαμε | ξεμαγαρίσατε | ξεμαγάρισαν / ξεμαγαρίσαν / ξεμαγαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμαγαρίζω / θα ξεμαγαρίσω | θα ξεμαγαρίζεις / θα ξεμαγαρίσεις | θα ξεμαγαρίζει / θα ξεμαγαρίσει | θα ξεμαγαρίζουμε / θα ξεμαγαρίσουμε | θα ξεμαγαρίζετε / θα ξεμαγαρίσετε | θα ξεμαγαρίζουν / θα ξεμαγαρίζουνε / θα ξεμαγαρίσουν / θα ξεμαγαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμαγαρίσει | έχεις ξεμαγαρίσει | έχει ξεμαγαρίσει | έχουμε ξεμαγαρίσει | έχετε ξεμαγαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμαγαρίσει | είχες ξεμαγαρίσει | είχε ξεμαγαρίσει | είχαμε ξεμαγαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζω / να ξεμαγαρίσω | να έχεις ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζεις / να ξεμαγαρίσεις | να έχει ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζει / να ξεμαγαρίσει | να έχουμε ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζουμε / να ξεμαγαρίσουμε | να έχετε ξεμαγαρίσει / να ξεμαγαρίζετε / να ξεμαγαρίσετε | να ξεμαγαρίζουν / να ξεμαγαρίζουνε / να ξεμαγαρίσουν / να ξεμαγαρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμαγάριζε / ξεμαγάρισε | — | — | ξεμαγαρίζετε / ξεμαγαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →