Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεμωραίνω

/kse.moˈɾe.no/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάποιον να αρχίσει να τα χάνει, να παθαίνει άνοια και να κάνει ανοησίες σαν να ήταν μωρό Βικιλεξικό
    • Αυτή η γυναίκα τον ξεμώρανε τον άνθρωπο
    • Μου φαίνεται πως ξεμωράθηκε ο κυρ-Κώστας, μήπως να τηλεφωνήσουμε στα παιδιά του;

Ετυμολογία

ξεμωραίνω < ξε- + μωραίνω < μωρός

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεμωραίνωξεμωραίνειςξεμωραίνειξεμωραίνουμεξεμωραίνετεξεμωραίνουν / ξεμωραίνουνε
Παρατατικόςξεμώραιναξεμώραινεςξεμώραινεξεμωραίναμεξεμωραίνατεξεμωραίναν / ξεμωραίνανε / ξεμώραιναν
Αόριστοςξεμώραναξεμώρανεςξεμώρανεξεμωράναμεξεμωράνατεξεμωράναν / ξεμωράνανε / ξεμώραναν
Μέλλονταςθα ξεμωράνω / θα ξεμωραίνωθα ξεμωράνεις / θα ξεμωραίνειςθα ξεμωράνει / θα ξεμωραίνειθα ξεμωράνουμε / θα ξεμωραίνουμεθα ξεμωράνετε / θα ξεμωραίνετεθα ξεμωράνουν / θα ξεμωράνουνε / θα ξεμωραίνουν / θα ξεμωραίνουνε
Παρακείμενοςέχω ξεμωράνειέχεις ξεμωράνειέχει ξεμωράνειέχουμε ξεμωράνει——
Υπερσυντέλικοςείχα ξεμωράνειείχες ξεμωράνειείχε ξεμωράνειείχαμε ξεμωράνει——
Υποτακτικήνα έχω ξεμωράνει / να ξεμωράνω / να ξεμωραίνωνα έχεις ξεμωράνει / να ξεμωράνεις / να ξεμωραίνειςνα έχει ξεμωράνει / να ξεμωράνει / να ξεμωραίνεινα έχουμε ξεμωράνει / να ξεμωράνουμε / να ξεμωραίνουμενα ξεμωράνετε / να ξεμωραίνετενα ξεμωράνουν / να ξεμωράνουνε / να ξεμωραίνουν / να ξεμωραίνουνε
Προστακτική—ξεμώραινε / ξεμώρανε——ξεμωράνετε / ξεμωραίνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεμωράθηκαξεμωραίνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →