ξεμωραίνω
•
- μεταβατικόκάνω κάποιον να αρχίσει να τα χάνει, να παθαίνει άνοια και να κάνει ανοησίες σαν να ήταν μωρό Βικιλεξικό
- Αυτή η γυναίκα τον ξεμώρανε τον άνθρωπο
- Μου φαίνεται πως ξεμωράθηκε ο κυρ-Κώστας, μήπως να τηλεφωνήσουμε στα παιδιά του;
Ετυμολογία
ξεμωραίνω < ξε- + μωραίνω < μωρός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμωραίνω | ξεμωραίνεις | ξεμωραίνει | ξεμωραίνουμε | ξεμωραίνετε | ξεμωραίνουν / ξεμωραίνουνε |
| Παρατατικός | ξεμώραινα | ξεμώραινες | ξεμώραινε | ξεμωραίναμε | ξεμωραίνατε | ξεμωραίναν / ξεμωραίνανε / ξεμώραιναν |
| Αόριστος | ξεμώρανα | ξεμώρανες | ξεμώρανε | ξεμωράναμε | ξεμωράνατε | ξεμωράναν / ξεμωράνανε / ξεμώραναν |
| Μέλλοντας | θα ξεμωράνω / θα ξεμωραίνω | θα ξεμωράνεις / θα ξεμωραίνεις | θα ξεμωράνει / θα ξεμωραίνει | θα ξεμωράνουμε / θα ξεμωραίνουμε | θα ξεμωράνετε / θα ξεμωραίνετε | θα ξεμωράνουν / θα ξεμωράνουνε / θα ξεμωραίνουν / θα ξεμωραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμωράνει | έχεις ξεμωράνει | έχει ξεμωράνει | έχουμε ξεμωράνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμωράνει | είχες ξεμωράνει | είχε ξεμωράνει | είχαμε ξεμωράνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμωράνει / να ξεμωράνω / να ξεμωραίνω | να έχεις ξεμωράνει / να ξεμωράνεις / να ξεμωραίνεις | να έχει ξεμωράνει / να ξεμωράνει / να ξεμωραίνει | να έχουμε ξεμωράνει / να ξεμωράνουμε / να ξεμωραίνουμε | να ξεμωράνετε / να ξεμωραίνετε | να ξεμωράνουν / να ξεμωράνουνε / να ξεμωραίνουν / να ξεμωραίνουνε |
| Προστακτική | — | ξεμώραινε / ξεμώρανε | — | — | ξεμωράνετε / ξεμωραίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεμωράθηκαξεμωραίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →