ξεχειλώνω
•
- τεντώνω κάτι πολύ ώστε χάνει την ελαστικότητά του και δεν επανέρχεται πια στις παλιές του διαστάσεις ή σχήμα Βικιλεξικό
- φουσκώνω το σώμα μου (παχαίνω) τόσο πολύ, ώστε όταν αδυνατίζει δεν επανέρχεται πια στο σχήμα που είχε άλλοτε και το δέρμα μοιάζει με ξεχειλωμένο ύφασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχειλώνω < ξέχειλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχειλώνω | ξεχειλώνεις | ξεχειλώνει | ξεχειλώνουμε | ξεχειλώνετε | ξεχειλώνουν / ξεχειλώνουνε |
| Παρατατικός | ξεχείλωνα | ξεχείλωνες | ξεχείλωνε | ξεχειλώναμε | ξεχειλώνατε | ξεχείλωναν / ξεχειλώναν / ξεχειλώνανε |
| Αόριστος | ξεχείλωσα | ξεχείλωσες | ξεχείλωσε | ξεχειλώσαμε | ξεχειλώσατε | ξεχείλωσαν / ξεχειλώσαν / ξεχειλώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεχειλώνω / θα ξεχειλώσω | θα ξεχειλώνεις / θα ξεχειλώσεις | θα ξεχειλώνει / θα ξεχειλώσει | θα ξεχειλώνουμε / θα ξεχειλώσουμε | θα ξεχειλώνετε / θα ξεχειλώσετε | θα ξεχειλώνουν / θα ξεχειλώνουνε / θα ξεχειλώσουν / θα ξεχειλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχειλώσει | έχεις ξεχειλώσει | έχει ξεχειλώσει | έχουμε ξεχειλώσει | έχετε ξεχειλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχειλώσει | είχες ξεχειλώσει | είχε ξεχειλώσει | είχαμε ξεχειλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχειλώσει / να ξεχειλώνω / να ξεχειλώσω | να έχεις ξεχειλώσει / να ξεχειλώνεις / να ξεχειλώσεις | να έχει ξεχειλώσει / να ξεχειλώνει / να ξεχειλώσει | να έχουμε ξεχειλώσει / να ξεχειλώνουμε / να ξεχειλώσουμε | να έχετε ξεχειλώσει / να ξεχειλώνετε / να ξεχειλώσετε | να ξεχειλώνουν / να ξεχειλώνουνε / να ξεχειλώσουν / να ξεχειλώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεχείλωνε / ξεχείλωσε | — | — | ξεχειλώνετε / ξεχειλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →