Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξιπασιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του Βικιλεξικό
    • ... σαν κάτι ξιπασιάρες αρχοντοχωριάτισσες που σώνει και καλά να σε σκάσουνε στο φαγοπότι... (Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει, 1946)

Ετυμολογία

ξιπασιάρης < ξιπασιά

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξιπασιάρηςξιπασιάραξιπασιάρικο
Γενικήξιπασιάρηξιπασιάραςξιπασιάρικου
Αιτιατικήξιπασιάρηξιπασιάραξιπασιάρικο
Κλητικήξιπασιάρηξιπασιάραξιπασιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξιπασιάρηδεςξιπασιάρεςξιπασιάρικα
Γενικήξιπασιάρηδων—ξιπασιάρικων
Αιτιατικήξιπασιάρηδεςξιπασιάρεςξιπασιάρικα
Κλητικήξιπασιάρηδεςξιπασιάρεςξιπασιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →