ξιπασμένος
•
- που έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του Βικιλεξικό
- Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια. (Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25)
Ετυμολογία
ξιπασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξιπάζομαι < μεσαιωνική ελληνική ἐξυπάζω < αρχαία ελληνική ἐκ + συσπάω / συσπῶ
Άλλοι τύποι
ξιπασμέναξιπασμένεξιπασμένεςξιπασμένηξιπασμένηςξιπασμένοξιπασμένοιξιπασμένοςξιπασμένουξιπασμένουςξιπασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →