οιστρηλατώ
•
- παρασύρω σε μεγάλο ενθουσιασμό, πάθος, συναισθηματική ή δημιουργική έξαψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οιστρηλατώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰστρηλατέω, -ῶ < οἰστρήλατος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οιστρηλατώ | οιστρηλάτει / οιστρηλατείς | οιστρηλατεί | οιστρηλατούμε | οιστρηλατείτε | οιστρηλατούν |
| Παρατατικός | οιστρηλατούσα | οιστρηλατούσες | οιστρηλατούσε | οιστρηλατούσαμε | οιστρηλατούσατε | οιστρηλατούσαν |
| Αόριστος | οιστρηλάτησα / οιστρηλατήσω | οιστρηλάτησε / οιστρηλάτησες / οιστρηλατήσεις | οιστρηλάτησε / οιστρηλατήσει | οιστρηλατήσαμε / οιστρηλατήσουμε | οιστρηλατήσατε / οιστρηλατήσετε / οιστρηλατήστε | οιστρηλάτησαν / οιστρηλατήσουν |
| Μέλλοντας | θα οιστρηλατήσω / θα οιστρηλατώ | θα οιστρηλατήσεις / θα οιστρηλατείς | θα οιστρηλατήσει / θα οιστρηλατεί | θα οιστρηλατήσουμε / θα οιστρηλατούμε | θα οιστρηλατήσετε / θα οιστρηλατείτε | θα οιστρηλατήσουν / θα οιστρηλατούν |
| Παρακείμενος | έχω οιστρηλατήσει | έχεις οιστρηλατήσει | έχει οιστρηλατήσει | έχουμε οιστρηλατήσει | έχετε οιστρηλατήσει | έχουν οιστρηλατήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα οιστρηλατήσει | είχες οιστρηλατήσει | είχε οιστρηλατήσει | είχαμε οιστρηλατήσει | είχατε οιστρηλατήσει | είχαν οιστρηλατήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →